Ένα γράμμα γιά τόν Συνοικισμό

Προσφυγικό σπίτι Συνοικισμού Χαλανδρίου Προσφυγικό σπίτι Συνοικισμού Χαλανδρίου

Ένα γράμμα γιά τόν Συνοικισμό απο την Κυρία ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΡIΠΙΔΟΥ
σταλμένο στόν ανηψιό της Αντώνη Ψώνη μέλος του Συνδέσμου ΡΙΖΕΣ καί κάτοικο τού Προσφυγικού Συνοικισμού Χαλανδρίου το οποίο παρουσιάστηκε στο Πανεπιστήμιο Πειραιά.

 ''Aντώνη μου,Σου στέλνω ένα κείμενο που έγραψα για μια ποντιακή μουσική εκδήλωση που θα γίνει
στο ΑΕΙ Πειραιά και θα ήθελα να το διαβάσεις, είναι για τον συνοικισμό

Αυτά που περιγράφω για το σόι μας, ισχύουν για πολλούς ανθρώπους μέσα στο συνοικισμό, για τους Γεωργίου με το μπακάλικο και το μανάβικο, για τον Σεραφείμ με το κουρείο, τον αδελφό του τον Θοδωρή με το ψιλικατζίδικο, τον Γρηγόρη με το τσαγκάρικο, τον Τσακίρη με το σιδεράδικο, τον Σκαπέτη με το Καφενείο,
για τον Τριαντάφυλλο, για το σόι του φίλου σου του Νίκου, μια γειτονιά που έσκαψε μόνη της να φέρει το νερό στα σπίτια της, μια γειτονιά με τους καβγάδες της, πολλές φορές σε καθημερινή βάση, με τα κουτσομπολιά της και τις συκοφαντίες της.... όμως, έβγαλε εσάς την τρίτη γενιά της, που κάθε χρόνο κάνει εκδηλώσεις για να μην ξεχαστεί, ότι σ' αυτή την γειτονιά ρίζωσαν και πάλεψαν άνθρωποι διωγμένοι, τσακισμένοι, παραπεταμένοι...οι ρίζες μας.
Εγώ αυτά τα συναισθήματα έκλεισα με πολύ αγάπη στη καρδία μου και δεν το μετάνιωσα, γι' αυτό με βλέπεις και τριγυρίζω συνέχεια εκεί... αχ αυτή η Δωδεκανήσου.
Σ' αγαπώ, και σου εύχομαι ολόψυχα οι προσπάθειες σου να επαληθεύσουν τα όνειρά σου.

ΟΙ ΡΙΖΕΣ Εμείς, το σόι μου δηλαδή, δεν πιστοποιηθήκαμε σαν συγγενείς μέσα από έγγραφα και σφραγίδες του Δημοσίου, αλλά από τα μάτια Η Θεία μου, είδε τον πατέρα μου στα μάτια και είπε, αυτός είναι ο Φώτης μας. Η θεία μου είχε γαλανά μάτια, και ο πατέρας μου πράσινα, όμως είχαν την ίδια γλύκα.

Ο Φώτης και ο αδελφός του ο Ανέστης, ήταν δύο από τα 4.000 ορφανά που μετακινήθηκαν στην Ελλάδα από τα ορφανοτροφεία της Καισάρειας, τότε..., στο διωγμό, στην καταστροφή, στην γενοκτονία,.... ψάχνουμε ακόμη λέξεις, για το μέγεθος και το βάθος του πόνου του θανάτου, της αρπαγής της ανθρώπινης ζωής, της αγάπης.
από τα μεγαλύτερα ορφανοτροφεία, στην Ερμούπολη της Σύρου και το ονόμασε «near east» «εγγύς Ανατολή».

Τον πατέρα μου, στο ορφανοτροφείο τον φώναζαν σιχριζ, τούρκικα ελληνικά «κλέφτης». Επειδή ήταν μικρότερος και ο πιο μικρόσωμος στην παρέα, τον εκπαίδευαν τα μεγαλύτερα παιδιά, για να τρυπώνει στις αποθήκες με τα τρόφιμα, γιατί όπως έλεγε ήταν συνέχεια πεινασμένοι, αλλά ποτέ νηστικοί.
Όμως εκεί έμαθε γράμματα, την τέχνη του Ηλεκτρολόγου και Αγγλικά.

Τα παιδιά της near east, όταν τελείωναν, έμεναν για ένα διάστημα μέχρι να βρουν εργασία σε καταλύματα στην περιοχή του Μακρυγιάννη στην Αθήνα.

Εκεί τους έψαχνε η Θεία μου η Ελένη για μεγάλο διάστημα, ρωτώντας τα παιδιά που έβγαιναν, για τα δύο αδέλφια τον Φώτη και τον Ανέστη Καριπίδη.

Όμως πώς να τους βρει; Αφού τα αδέλφια 4 και 6 χρονών τον μόνο που ήξεραν ήταν το όνομά τους και το όνομα του πατέρα τους Χαράλαμπος;
Έτσι οι υπεύθυνοι του ορφανοτροφείου τους έδωσαν πιστοποιητικά με επώνυμο το όνομα του πατέρα τους Χαραλάμπους του Χαράλαμπου.
Τα παιδιά που έβγαιναν από το ορφανοτροφείο ήξεραν τον σιχριζ Χαραλάμπους.
Όταν ήρθε η ώρα, στα 15 του ο πατέρας μου, έμαθε από την αδελφή του, το επίθετό του, πόσο χρονών είναι, το χωριό του, ότι χάθηκε και η μάνα του και έμειναν 4 από τα 7 αδέλφια.

Οι θείες μου, η Παρθένα και η Ελένη, συναντήθηκαν μετά από χρόνια στην Ελλάδα, κάπως έτσι.

Τα λαχανικά, ακόμη και ο μαϊντανός μου έλεγαν, ότι ήταν πιο μεγάλα και πιο νόστιμα στη Πατρίδα, μικρή φανταζόμουν τους κήπους εκεί.... Πιο ανώτερους και από της Εδέμ.
Στο χωριό τους το Τέτερισι της επαρχίας Ακ Μαντέν υπήρχαν τρεις μαχαλάδες, με Έλληνες, Τούρκους και Αρμένιους. Δεν ξέρω εάν υπήρχε σχέση μεταξύ τους. όμως η τουρκάλα μαμή πηγαινοερχόταν σε όλους του μαχαλάδες, τα καλύτερα κάρα τα έκανε ο Αρμένης μάστορας, και η θεία τους η Σουλτάνα, ήταν η καλύτερη βοτανολόγος, ζούσε από τα γιατροσόφια της τα οποία ήταν σεβαστά σε όλο το χωριό.

Και μετά θεία;
Μετά.... κουνούσε και τίναζε την δεξιά της παλάμη κτυπώντας την στο γόνατο. Πόνος, θάνατος, γιατί; έτσι τα αποδίδω τώρα πια.
Φωτιά, σίδερο, πείνα, θάνατος, χάθηκαν οι αγκαλιές τα χάδια τα φιλιά, χάθηκαν......... δεν τελείωνε την φράση της τραβούσε μόνο το τσεμπέρι πιο μπροστά και με συρτή φωνή έλεγε ότι «δεν έχασα εκεί το έχασα εδώ».

Κατέληξαν μετά από πολλά, στον παλιό συνοικισμό Χαλανδρίου, συνοικισμοί πια όχι μαχαλάδες, με παράγκες, σκηνές και παραπήγματα.
Εγώ γνώρισα τα σπίτια της αποκατάστασης στο νέο συνοικισμό Χαλανδρίου, δύο δωμάτια, τουαλέτα έξω στην αυλή, χωρίς ύδρευση, αλλά οι κήποι στις αυλές αξιοζήλευτοι, σπόροι, λουλούδια, λαχανικά όλα γίνονταν με την ιεροτελεστία της Πατρίδας.

Τα εσώρουχα της θείας μου της Ελένης, είχαν εσωτερικές τσέπες που γέμιζαν με τα περισσεύματα από τα σπίτια που ξενόπλενε. Την γνώρισα μόνη, λύκαινα για τα 4 παιδιά της, και εγώ από κοντά... Στην αυλή της γεννήθηκα και μεγάλωσα, γνώρισα την λαχανιασμένη της συνέχεια ανάσα να προλάβει τον χρόνο, την έμαθα να διαβάζει στα 65ης με το βίο της Αγίας Βαρβάρας, δεν με έμαθε ποντιακά, με έμαθε όμως να λέω ότι είμαι πόντια και να λακτίζει ο κτύπος της καρδιάς μου.

Για τις τσακισμένες φτερούγες που κτύπησαν το πόδι στη γη, ύψωσαν τα χέρια μέσα από τον δικό τους πυρρίχιο, φωνάζοντας, ΟΧΙ είμαστε γενιά, είμαστε ΕΔΩ''

*** Το κείμενο θα μπεί στο Βιβλίο για τόν Συνοικισμό Χαλανδρίου που ετοιμάζει ο Πρόεδρος του Σύνδεσμου ΡΙΖΕΣ ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΑΜΠΟΥΡΝΙΩΤΗΣ ,,, Ευχαριστούμε απο καρδίας την Κυρία ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΡΙΠΙΔΟΥ για το συγκινητικό γράμμα της και για το αξιόλογο έργο της!

επιστροφή στην κορυφή